ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΜΑΡΙΑ

Όνειρο

‘Ανθη μάζευα για σένα
στο βυθό που τριγυρνούσα.
Χίλια αγκάθια το καθένα
κι όπως τα ‘σφιγγα πονούσα.

Να περάσεις καρτερούσα
στον βορηά τον παγωμένο
και το δώρο μου κρατούσα
με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.
Όλο κοίταζα στα μάκρη.
Η λαχτάρα στη καρδιά μου
και στα μάτια μου το δάκρι.

Μες στον πόθο μου δεν είδα
μαύρη η Νύχτα να σιμώνει
κι έκλαψα χωρίς ελπίδα
που δε στα ‘χα φέρει μόνη.


Γιατί Μ’ Αγάπησες…

Δε τραγουδώ, παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δε τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σα κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στη ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν
με τη ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστικα το υπέρτατο
της ύπαρξης μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο
να παιζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
κι είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
-μια αγάπη πλέρια,
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.
Γιατί, μόνο για σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου ‘κεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισ’ η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτή αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε, που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες


Γράμμα στον Καρυωτάκη

Αγαπημένε μου,

Θα σου διηγηθώ μια ιστορία πολύ πρωτότυπη σήμερα – και τι μια απελπισμένη καρδιά δε σκέπτεται, δεν αποφασίζει; Είναι η μοίρα σου πολύ βαριά… αλλά, Θεέ μου! πόσο βαρύτερη είναι η δική μου… αν ήξερες… και να στεκόμαστε έτσι με άτονα τα χέρια, εμείς με τη μεγάλη θέληση, μέχρι του σημείου να ζούμε μια ζωή τόσο τυραννική… να γινόμαστε τα παιχνίδια της κάθε ημέρας που περνάει, της κάθε στιγμής. Άκουσέ με, Τάκη μου, με την ήρεμη προσοχή που θ’ άκουες ένα φίλο σου, έναν δικό σου. Δεν έχω απέναντι σου τις ψεύτικες ντροπές, τις μικρές δειλίες, τους απάνθρωπους εγωισμούς μια κοινής ερωμένης. Είμαι η φίλη σου, με τη συνείδηση πως είμαι η μοναδική σου φίλη. Δεν είναι λόγια στιγμιαίας έξαψης όσα θα σου ειπώ, πίστεψέ με.

Έλα, Τάκη, να ζήσουμε μαζί… να ιδείς πόσο γλυκιά, πόσο ανακουφιστική θα ‘μαι σε σένα. Δεν είναι δύσκολο, μα καθόλου δύσκολο. Ξέρω όλα τα εμπόδια, όλες τις συνέπειες. Είμαστε φτωχοί και οι δυο, αλλά τι μ’ αυτό; Μήπως τώρα που είμαστε χωριστά δεν είμαστε φτωχοί και χωρίς καμιά ελπίδα να γίνουμε πλούσιοι; Δύο δωμάτια μας φτάνουν. Θα εργάζομαι κι εγώ, όχι βέβαια όπως τώρα στη Νομαρχία και στη θέση αυτή. Θα γράφω σε μια από τις βενιζελικές εφημερίδες [...] μέχρις ότου πάρω το δίπλωμά μου. Τότε θα κερδίζω πολύ περισσότερα. Δεν είναι όνειρα αυτά που σου γράφω, γνωρίζω πολλούς Δημοκρατικούς και μου είχαν προ καιρού προτείνει αυτό, αλλά δεν ήθελα να φύγω από τη Νομαρχία που ήσουν και συ. Θα εργάζομαι σχεδόν σπίτι μου έτσι.

Ξέρω πως θέλεις τώρα ακριβώς να βοηθήσεις το σπίτι σου, αλλά θα το βοηθάς όπως και τώρα, αφού δεν έχει να γίνει καμιά μεταβολή. Παιδιά δεν θα κάνομε, βέβαια – γελάς; ω! είναι τόσο εύκολο και τόσο συνηθισμένο πράγμα αυτό σήμερα. ‘Άλλωστε έχω δικούς μου γιατρούς που θα κάνουν το παν για μένα. Ό,τι με κάνει να σκέπτομαι πολύ είναι ότι μπορεί να χάσεις το ταλέντο σου, αλλά γιατί να γίνει αυτό; Εμείς δεν θα έχομε ούτε την οικογένεια ούτε τις παλιοασχολίες της. Δεν θα ‘μαι η γυναίκα εκείνη που θα σου φέρει γύρω σου τις ενοχλητικές σκέψεις του οικοκυριού, όχι, θα ‘μαι η αιώνια ερωμένη σου. Δεν έχεις τίποτα από τη ζωή σου ν’ αλλάξεις κοντά μου. Έλα, Τάκη μου. Μπορώ κάτι ακόμα να προσφέρω στη ζωή σου. Ω! αν ήξερες πόσο κακό μού κάνει να σκέπτομαι πως συ, το ευγενικό εξιδανικευμένο πλάσμα με τη θεϊκή ψυχή, φέρεσαι έτσι από ανάγκη στις ελεεινές αυτές ακάθαρτες γυναίκες που σου χάλασαν την υγεία σου…πόσο κακό μου κάνει… πόσο κακό!… Δεν είσαι πια παιδάκι που θα ντρεπόταν, πες το στον πατέρα σου, δεν μπορεί, θα σε ακούσει. Τάκη, κάνε το, μη σκεφθείς τίποτα ανυπόστατα εμπόδια, δεν υπάρχει τίποτε. Προ παντός μη -σ’εξορκίζω- μη σκεφθείς πω είσαι άρρωστος και θα μου έκανες κακό. Ξέρεις πως το μεγαλύτερο μαρτύριο που μπορεί να νιώσω είναι η κάθε στιγμή που περνώ μακριά σου… Α! είναι ένα φοβερό, ατελείωτο μαρτύριο… Σιμά σου όλα θα ‘ναι όμορφα… όλα καλά…Να υποφέρω κατιτί…να μου επιτρέπεις να πονώ τον πόνο σου, είναι η ευτυχία, η μόνη ευτυχία που μπορεί να νιώσω…. Ω! άκουσέ με, αγάπη μου, όποιον άλλον λόγο σου θα τον ακούσω, μα όχι, μη μου προβάλεις αυτόν τον τελευταίο -αν ήταν μονάχα αυτός!- μη, θα πιστέψω πως δε θέλεις να πλησιάσω τόσο πολύ στην ψυχή σου, πως δεν μ’ αγαπάς. Αρκεί να μη θέλω -και δεν θέλω- δεν θα κολλήσω ποτέ, σ’το βεβαιώνω.

Φοβάμαι μήπως σου φανώ αστεία με όλα αυτά, εντούτοις, με όλα τ’ άλλα που μπορείς να πιστέψεις, πίστεψε ακόμα πως η αγάπη μου με κάνει ικανή να κάνω το παν.

Μη μου απαντήσεις απερίσκεπτα, σκέψου πως σ’ αγαπώ πολύ πολύ… ατελείωτα.

12.10.22 Μαρία


Βιογραφικό
Γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.
Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο “Ο πόνος της μάνας”. Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα 16 της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της.
Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα ενώ εκείνος είχε εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές, τον “Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων” (1919) και τα “Νηπενθή” (1921) και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.
Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, μία νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα του εραστή της για να την εγκαταλείψει.
Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Ήταν νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925. Η Μαρία όμως αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη.
Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
Το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε ραπτική αλλά δεν πρόλαβε να εργαστεί γιατί προσβλήθηκε από φυματίωση. Επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε τη νοσηλεία της στη “Σωτηρία” όπου έμαθε για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή “Οι τρίλλιες που σβήνουν” και το 1929 τη δεύτερη, “Ηχώ στο χάος”. Η Πολυδούρη άφησε δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και, τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου.


Έργο
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη γενιά του 1920, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Έγραψε δυο ποιητικές συλλογές: «Τρίλιες Που Σβήνουν» κι «Ηχώ Στο Χάος». Η ζωή κι η ποίησή της ήταν επηρεασμένη από την άτυχη σχέση της με τον Καρυωτάκη, γνωστό πεισιθάνατο ποιητή των «Νηπενθών». Δεν έζησε αρκετά ώστε να ολοκληρώσει τη ποιητική της προσπάθεια. Οι στίχοι της είν’ ατημέλητοι και τους διακρίνει μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν συχνά κάποιες τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες του έργου της. Ο Κ. Σεργιόπουλος έχει πει για την Πολυδούρη: “Η Μαρία Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία {…}, γι’αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ’ ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του εσωτερικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα με όλες τις γενικεύσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση…”.

Comments are closed.

Το blog Καρτέσιος
δεν "υιοθετεί" απαραίτητα το περιεχόμενο των ειδήσεων που αναρτά στην κατηγορία «Ενημέρωση» και στις οποίες αναφέρεται η πηγή της είδησης.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΚΑΙΡΟΣ


ΑΡΧΕΙΟ